ενεργότητα

ενεργότητα
(Χημ.). Μέγεθος που υποκαθιστά τη συγκέντρωση σε νόμους όπου υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις από την ιδανική συμπεριφορά για διάφορους λόγους, όπως το μέγεθος σωματιδίων, το φορτίο, οι διαμοριακές δυνάμεις κ.ά. Έτσι, ενώ για αραιά διαλύματα και μικρές συγκεντρώσεις οι νόμοι εφαρμόζονται κανονικά, δίνοντας μόνο μικρές αποκλίσεις, για πυκνά διαλύματα οι αποκλίσεις είναι τέτοιες που η χρήση των συγκεντρώσεων καθίσταται αδύνατη. Έτσι, τόσο για μοριακά όσο και για ηλεκτρολυτικά διαλύματα χρησιμοποιείται η ε., η οποία προκύπτει συνήθως από τη συγκέντρωση πολλαπλασιασμένη επί κάποιο συντελεστή που μπορεί να προσδιοριστεί και πειραματικά.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • ισομέρεια — Φαινόμενο κατά το οποίο δύο ενώσεις, παρότι έχουν τον ίδιο γενικό χημικό τύπο, διαφέρουν ως προς τις χημικές και φυσικές τους ιδιότητες. Αυτό εξηγείται εύκολα αν λάβουμε υπόψη ότι ο γενικός χημικός τύπος δίνει μόνο μια ποιοτική και ποσοτική… …   Dictionary of Greek

  • κορτιζόνη — Στεροειδής ορμόνη που συντίθεται από τη χοληστερόλη στον φλοιό των επινεφριδίων, με την επίδραση της κορτικοτρόπου ορμόνης. Ανήκει στα κορτικοστεροειδή, μαζί με την κορτιζόλη (ή υδροκορτιζόνη) και την κορτικοστερόνη. Η κ. απομονώθηκε για πρώτη… …   Dictionary of Greek

  • διάλυμα — Ομογενές μείγμα δύο ή περισσότερων συστατικών. Τα δ. μπορεί να είναι υγρά (στερεό, υγρό ή αέριο σε υγρό), στερεά (στερεό σε στερεό, όπως π.χ. τα κράματα, ή και αέριο σε στερεό) και αέρια μείγματα. Το δ. αποτελείται από τον διαλύτη που είναι η… …   Dictionary of Greek

  • ακτομυοσίνη — Σύμπλεγμα δύο πρωτεϊνών, της ακτίνης και της μυοσίνης, που αποτελεί ένα από τα κύρια συστατικά των μυών. Συστολή των ινιδίων α. προκαλεί τη συσπείρωση των μυών. Η μυοσίνη είναι στενά συνδεδεμένη με ένα ένζυμο που η ενεργότητά του προκαλεί την… …   Dictionary of Greek

  • καλσιτονίνη — Ορμόνη που παράγεται από τα παραθυλακικά κύτταρα του θυρεοειδή αδένα. Πρόκειται για ένα πεπτίδιο 32 αμινοξέων, που προκύπτει από το κόψιμο ενός μεγαλύτερου πεπτιδίου (προορμόνη), ενώ περιέχει έναν δισουλφιδικό δεσμό, ώστε το μόριο να αποκτά… …   Dictionary of Greek

  • καταλυτικό αντίσωμα — Αντίσωμα, το οποίο μπορεί να πραγματοποιήσει χρήσιμες χημικές αντιδράσεις. Τα κ.α. παράγονται με ανοσοποίηση, με τη χρήση αντιγονικών μορίων, τα οποία έχουν σχεδιαστεί να μοιάζουν με το ενδιάμεσο στάδιο της επιθυμητής αντίδρασης (στάδιο δέσμευσης …   Dictionary of Greek

  • κορτικοστεροειδή — Στεροειδείς ορμόνες του φλοιού των επινεφριδίων, οι οποίες χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τα γλυκοκορτικοειδή και τα αλατοκορτικοειδή. Τα γλυκοκορτικοειδή παράγονται από τη σπειροειδή ζώνη του φλοιού των επινεφριδίων και εμπλέκονται,… …   Dictionary of Greek

  • λιπάσες — Κατηγορία ενζύμων, τα οποία διασπούν τα λιπίδια σε γλυκερίνη και λιπαρά οξέα ώστε να μπορεί το σώμα να τα ξαναχρησιμοποιήσει. Πολύ σημαντικό ένζυμο αυτής της κατηγορίας είναι η παγκρεατική λ., η οποία εκκρίνεται από το πάγκρεας, δρα στο λεπτό… …   Dictionary of Greek

  • μπεκερέλ — Η μονάδα ενεργότητας στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων (SI), η οποία ονομάστηκε έτσι για να τιμηθεί ο μεγάλος Γάλλος φυσικός Ανρί Μπεκερέλ(1852 1908) .Ως ενεργότητα ενός ραδιενεργού δείγματος, ορίζουμε τον αριθμό των διασπάσεων των πυρήνων αυτού, στη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”